Αφού διέσχισαν το μανάβικο, πέρασαν στον φούρνο. Εκεί το κοριτσάκι ζήτησε κουλουράκια, αλλά η μητέρα αρνήθηκε. Η μικρή άρχισε να γκρινιάζει και να κλαψουρίζει.
Η μητέρα της ψιθύρισε: « Έλα Μόνικα, λίγο ακόμα και τελειώνουμε. Λίγη υπομονή ακόμα»…
Όταν έφθασαν στο τμήμα με τα ζαχαρωτά, το μικρό κορίτσι άρχισε να φωνάζει δυνατά πως ήθελε καραμέλες και γλυφιτζούρια. Όταν διαπίστωσε πως δεν της έδινε σημασία, άρχισε να κλαίει γοερά.
Η μαμά της, προσπάθησε να την παρηγορήσει: «Έλα τώρα Μόνικα, καλό μου κοριτσάκι… Κοντεύουμε.
Στον επόμενο διάδρομο είναι η έξοδος κι ύστερα θα φάς τα γλυκάκια πού θέλεις…»
Όταν έφθασαν στο ταμείο, η Μόνικα ζήτησε τσιχλόφουσκες.
΄Όταν όμως διαπίστωσε πως δεν υπήρχαν τσιχλόφουσκες στο καλάθι τους, άρχισε να χτυπάει τα πόδια της χάμω και να τσιρίζει με όλη της την δύναμη.
Η μαμά της ήταν και πάλι καθησυχαστική: «‘Έλα Μόνικα, τελειώνουμε σε πέντε λεπτά. Ύστερα θα γυρίσουμε σπίτι και θα πάρεις τον υπνάκο σου…»
Ένας πελάτης του καταστήματος πού από ώρα παρακολουθούσε την σκηνή, πλησίασε την γυναίκα λίγο πριν την έξοδο:
«Κυρία μου, δεν μπόρεσα να μην θαυμάσω την τεράστια υπομονή σας με την μικρή Μόνικα…»
Εκεί η γυναίκα τον διέκοψε λέγοντάς του μ΄ ένα παράξενο χαμόγελο: «Εγώ είμαι η Μόνικα. Το όνομα της κόρης μου είναι Τάνια…»
Αγνώστου